Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Κύπρος - αγωνιστές


Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΖΑΚΗ 
OΙ αυθύπαρκτοι δεσμοί Ελλάδας και Κύπρου, πέρα από τις πολιτιστικές και πολιτικές τους πτυχές, έχουν και μια ακόμη έκφανση, λιγότερο γνωστή, την παντοιοτρόπως συμμετοχή του κυπριακού ελληνισμού στους μεγάλους αγώνες του Έθνους. Δεν ήταν μόνο η φιλοπατρία και ο ηρωισμός της ελληνικής ψυχής η κινητήριος δύναμη που έστειλε χιλιάδες Κύπριους στα πολεμικά μέτωπα της μητρόπολης επί έναν και πλέον αιώνα. Ήταν και το γεγονός ότι μόνο εκεί, στη φλόγα του πολέμου, μπορούσαν να βιώσουν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, τον επίμονο πόθο τους: να συμπορευθούν σε μια κοινή μοίρα με τους υπόλοιπους Έλληνες, να πάψουν να είναι οι αποκομμένοι αδελφοί. Με δυο λόγια, να ενωθούν με τον εθνικό κορμό.

Επανάσταση του 1821
Από την προπαρασκευή ήδη της Επανάστασης του 1821, η φλόγα της ελευθερίας άναψε ταυτόχρονα στις καρδιές Κυπρίων και Ελλαδιτών. Το 1818 ο Ηπειρώτης Δημήτριος Ύπατρος έφτασε στην Κύπρο και μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι κληρικοί και πρόκριτοι του νησιού.
Ο Κυπριανός υποσχέθηκε οικονομική ενίσχυση στον αγώνα, όχι όμως και επανάσταση. Το τόλμημα θα ήταν καταστρεπτικό λόγω της απόστασης από τη μητροπολιτική Ελλάδα και της γειτνίασης με τα μικρασιατικά παράλια. Ακόμη κι έτσι, η συμβολή της Κύπρου θεωρήθηκε τόσο ζωτικής σημασίας, ώστε λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης απέστειλε στον Κυπριανό γράμμα, ζητώντας του να επισπεύσει τη βοήθεια: «... Ο φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ύπατρος με εβεβαίωσε περί της γενναίας συνεισφοράς, την οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν διά το σχολείον (συνθηματικό της Επανάστασης) της Πελοποννήσου. Όθεν ως γενικός έφορος του Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου απαραίτητον να ευχαριστήσω την υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει... Ας ταχύνει, λοιπόν, η υμετέρα Μακαριότης να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητος τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς είναι, είτε ζωοτροφίας».
Αλλά η υπόγεια αυτή κινητικότητα δεν άργησε να γίνει αντιληπτή από τις τουρκικές αρχές, που έλαβαν δραστικά μέτρα. Ο διοικητής της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ διέταξε αφοπλισμό όλων των Ελληνοκυπρίων και εισηγήθηκε στον σουλτάνο τη θανατική καταδίκη 486 κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι απειλούσαν ―πράγματι ή κατά τα λεγόμενά του― την τουρκική κυριαρχία στη νήσο. Η Υψηλή Πύλη ενέκρινε την πρόταση και η διάπραξη του εγκλήματος ξεκίνησε στις 9 Ιουλίου του 1821. Πρώτος εκτελέστηκε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο οποίος απαγχονίστηκε από μια συκαμινιά στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας. Οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν με καρατόμηση (θάνατος που εθεωρείτο ατιμωτικός). Λέγεται ότι ο Τούρκος δήμιος είχε προηγουμένως ζητήσει χρήματα από τον Κυπριανό, προκειμένου να «παράσχει» στα θύματά του γρήγορο και ακαριαίο θάνατο. Σε λίγες μέρες, όλοι οι καταδικασθέντες, πλην κάποιων αρνησίθρησκων, είχαν θανατωθεί. Κατόρθωσε έτσι η τουρκική διοίκηση όχι μόνο να ανακόψει τη συνεργασία της Κύπρου με τους επαναστάτες, αλλά και να αποκεφαλίσει τους Ελληνοκύπριους από την πνευματική τους ηγεσία και να καρπωθεί τις περιουσίες των εκτελεσθέντων.
Τα γεγονότα αυτά σκόρπισαν λύπη ακόμη και στους Τουρκοκύπριους και τρομοκράτησαν τόσο τον ελληνικό πληθυσμό, ώστε πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αλλά η φρίκη αυτή ενέπνευσε κι ένα από τα ωραιότερα πατριωτικά ποιήματα της νεοελληνικής ποίσης, την «9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη, εθνικού ποιητή της Κύπρου. Το ποίημα, γραμμένο το 1895, περιγράφει την προετοιμασία του εγκλήματος, τις συλλήψεις, τον πειρασμό της ατιμωτικής σωτηρίας, τις εκτελέσεις. Προβάλλεται έτσι η συμμετοχή των Κυπρίων στον Αγώνα του '21 και το τίμημα που πλήρωσαν κι αυτοί στον βωμό της ελευθερίας του Έθνους. Αλλά ο ποιητής μετουσιώνοντας το τοπικό σε πανελλήνιο έδωσε τελικά μια επική σε μέγεθος και ύφος σύνθεση, έναν ολόθερμο ύμνο του απανταχού και παντοτινού ελληνισμού, όπως φαίνεται και στο ακόλουθο απόσπασμα:
Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη (=συνομήλικη) του κόσμου / Κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ιξηλείψει. / Κανένας γιατί σσιέπει (=σκέπει) την που τα 'ψη ο Θεός μου. / Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει! Πάντως, παρά τα αδίστακτα σχέδια της τουρκικής διοίκησης, η προσφορά των Κυπρίων στην Επανάσταση πραγματοποιήθηκε, και όχι πια με υλικές εισφορές, αλλά με έμψυχο υλικό. Οι Κύπριοι, που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, πύκνωσαν τις στρατιές των αγωνιστών, μαζί με άλλους συντοπίτες τους που κατέφτασαν ειδικά για να πολεμήσουν στον Αγώνα. Σε χίλιους υπολογίζονται οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην Επανάσταση, αριθμός μεγάλος, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου ήταν τότε 80.000. Πολλοί από τους Κύπριους αυτούς ανδραγάθησαν σε σημαντικές μάχες στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, όπως στη μάχη των Αθηνών, όπου έχασαν τη ζωή τους 150 Κύπριοι, ή στη δεύτερη μάχη του Μεσολογγίου, όπου υπήρχε ειδικό σώμα Κυπρίων υπό τον Χατζηπέτρο. Στους Κύπριους που διακρίθηκαν συγκαταλέγονται ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς, αρχηγός ξένων εθελοντών, και ο αδελφός του Νικόλαος, αρχιστράτηγος. Ο Νικόλαος μνημονεύεται και σε επιστολές πρωταγωνιστών της Επανάστασης. Σε μία από αυτές, γραμμένη από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Νικόλαος χαρακτηρίζεται «ένας των προθύμων και ειλικρινών συναγωνιστών κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα». Ο Γέρος του Μοριά αναφέρει, επίσης, τη συμμετοχή του στις μάχες της Δράμας το 1822, την αποστασιοποίησή του από διχόνοιες και την αυτοχρηματοδότησή του για τις δαπάνες της δράσης του και τη συντήρηση μιας μικρής στρατιωτικής δύναμης που είχε συστήσει.
Συγχρόνως, η Κύπρος αγωνιζόταν και για τη δική της χειραφέτηση και ενσωμάτωση στην ελληνική επικράτεια με όσα διπλωματικά και στρατιωτικά μέσα είχε στη διάθεσή της. Από τον Απρίλιο του 1821 ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς είχε επιχειρήσει να διοχετεύσει διάφορες επιστολές και προκηρύξεις, για να παρακινήσει τους κατοίκους του νησιού σε Επανάσταση. Η προσπάθεια, ωστόσο, δεν πέτυχε, καθώς μέρος του υλικού έπεσε στα χέρια των Τούρκων. (Ο ίδιος ξέφυγε και μετέβη στην Ελλάδα, όπου, όπως προαναφέραμε, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Επανάσταση). Αργότερα, το 1824, Κύπριοι της Ευρώπης έπεισαν τον Μαυροβούνιο στρατηγό Ντε Βιντς, παλαίμαχο των Ναπολεοντείων Πολέμων, να ηγηθεί εκστρατείας στην Κύπρο. Αλλά ούτε κι αυτό το σχέδιο πραγματοποιήθηκε, έβλαψε μάλιστα την υπόθεση των εθνικών δανείων που ήταν υπό διαπραγμάτευση εκείνη την περίοδο. Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων Κυπρίων. Ο Καποδίστριας συμπεριέλαβε την Κύπρο στις εθνικές διεκδικήσεις, όπως φαίνεται στην απάντηση που έδωσε στον εκπρόσωπο του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Οκτώβριο του 1827 σε ερώτηση σχετική με τα σύνορα που αξίωνε η ελληνική πλευρά: «Τα όρια ταύτα από του 1821 καθορίζονται υπό του αίματος του εκχυθέντος εις τα σφαγεία των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών και του Μεσολογγίου και εις τους πολλούς κατά την και κατά θάλασσαν αγώνας, διά των οποίων εδοξάσθη το ανδρείον τούτο έθνος». Η Κύπρος, βέβαια, δεν περιελήφθη ποτέ στο ελληνικό κράτος. Το όνειρο αυτό εγκλωβίστηκε σε πρακτικά προβλήματα, αλλά κυρίως σε συμφέροντα και διπλωματικούς δαιδάλους. Ωστόσο, οι Κύπριοι αδελφοί μας δεν έπαψαν να συντρέχουν τους απολυτρωτικούς αγώνες του ελληνισμού. Οι πληροφορίες είναι κάποτε σκόρπιες, αλλά ενδεικτικές της εθνικής ζέσης και της συμβολής τους στους εθνικούς αγώνες. Κατά τις μάχες της Θεσσαλίας, το 1880, στη σημαία των 150 Κύπριων πολεμιστών ήταν κεντημένη η επιγραφή «Η Κύπρος τη μητρί Ελλάδι». Στη Θεσσαλία πάλι, στον άτυχο πόλεμο του 1897, η 3η ταξιαρχία του Κωνσταντίνου Σμολένσκη, στην οποία συμμετείχαν και Κύπριοι, χάρισε στους Έλληνες μία από τις λιγοστές τους νίκες. Στον ίδιο αυτό πόλεμο κατατάχθηκαν εθελοντικά τουλάχιστον 1.000 Κύπριοι, αριθμός μεγάλος σε σχέση με τη μικρή διάρκεια του πολέμου. Η Κύπρος, επίσης, περιέθαλψε πρόσφυγες από την Κρήτη που έφτασαν το 1896, ύστερα από τις τρομερές σφαγές των Τούρκων εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της.

Βαλκανικοί Πόλεμοι
Αργότερα, τις ένδοξες σελίδες των Βαλκανικών Πολέμων τις έγραψαν από κοινού Ελλαδίτες και Κύπριοι. Σχεδόν 2.000 Κύπριοι ―κατ' άλλους υπολογισμούς 4.000― πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1912/13. Ακόμη και ανήλικοι ήρθαν από την Κύπρο (είναι γνωστές δύο περιπτώσεις παιδιών 15 και 16 ετών)! Ανάμεσα στους Κύπριους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Μυριανθεύς (ο οποίος τιμήθηκε με ανώτερα παράσημα για τη συμμετοχή του αυτή), ο δημοσιογράφος και βουλευτής της Λάρνακας Ευάγγελος Χατζηιωάννου. Την αυθόρμητη και απλόχερη προσφορά των Κυπρίων εθελοντών δείχνει και το εξής περιστατικό: Όταν, χρόνια μετά, το 1962, το ελληνικό κράτος θέλησε να δώσει τιμητική σύνταξη σε 700 παλαίμαχους των Βαλκανικών, εκείνοι έδωσαν στον Έλληνα πρέσβη την εξής απάντηση: «Εμείς καταταγήκαμε ως εθελοντές πολεμιστές για να υπερασπιστούμε τα δίκαια της Μεγάλης Μάνας Ελλάδας. Δε θέλουμε καμιά ανταμοιβή». Η Μεγαλόνησος προσέφερε επίσης 16.000 λίρες, ποσό μεγάλο για την εποχή, που συγκεντρώθηκε με εράνους, καθώς και ιατρικό προσωπικό για τους τραυματίες πολέμου.
Ο Κύπριος ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου συνέλεξε από τον κυπριακό Τύπο της εποχής και από άλλες πηγές γράμματα που έστελναν στο νησί τους Κύπριοι πολεμιστές των Βαλκανικών, τα οποία αποδίδουν γλαφυρά τον πατριωτικό ενθουσιασμό των αποστολέων τους και τις συνθήκες στο πολεμικό μέτωπο. Από τους πιο τακτικούς επιστολογράφους είναι ο Χριστόδουλος Σώζος. Αναχώρησε από την Κύπρο τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να έχει ενημερώσει την οικογένειά του για τον σκοπό του ταξιδιού του, από φόβο μήπως τον εμποδίσουν. Συνταξιδιώτες του ήταν οι προαναφερθέντες μητροπολίτης Μεταξάκης και Ευ. Χατζηιωάννου. Την επομένη της άφιξής τους στην Αθήνα, οι τρεις άνδρες επισκέφθηκαν τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, ο οποίος δέχτηκε κατασυγκινημένος το αίτημά τους να σταλούν αμέσως στο πολεμικό μέτωπο.
Έχοντας ήδη φύγει από το σπίτι του με σκοπό το μακρινό και τολμηρό ταξίδι, ο Σώζος έγραψε στη γυναίκα του εξηγώντας της την απόφασή του: ... Όταν θα λάβης την παρούσαν μου, θα είμαι μακράν σου και μακράν του υιού μου διά την υπηρεσίαν της πατρίδος. Ημείς έχομεν καθήκοντα τα οποία ουδεμία δύναμις, ουδέν φίλτρον πρέπει να εμποδίση από του να ενασκώνται. Αν είμεθα ηγέται των υποδούλων λαών, οφείλομεν διά του παραδείγματός μας και της θυσίας μας να τους παιδαγωγώμεν, όπως και εκείνοι γίνωσιν άνθρωποι συναισθανώμενοι τα καθήκοντά των. Μη κλαίε και μη στενοχωρού, διότι εκείνος που πηγαίνει εις την υπηρεσίαν της πατρίδος του δεν πρέπει να πηγαίνη με τέτοιας σκέψεις, ότι αφήνει πίσω του την δυστυχίαν.
Η σύζυγος ενός Σώζου δεν πρέπει να συμπεριφερθή εις τοιαύτην περίπτωσιν ως η σύζυγος ενός κοινού ανθρώπου. Έπειτα οφείλεις να έχης αυτό υπ' όψιν σου, ότι αν έμενα στην Λεμεσόν ατιμασμένος στην συνείδησίν μου, δεν θα έζων ούτε εγώ αλλ' ούτε συ ευτυχής, θα ησθανόμην πάντοτε ότι συ ήσο το εμπόδιον και θα σας εμίσουν. Ενώ τώρα φεύγω με λύπην που σας αφήνω, αλλά και με την ελπίδα, ότι θα επανέλθω να σας εύρω.
Το ποτήριον που σας ποτίζω είναι λίγο πικρόν, αλλά φαντάσου πόσον γλυκύ θα είναι εκείνο που θα πιούμεν όταν θα επανέλθω.
Πρόσεχε, Έρμα μου, να μη μου κάμης σκάνδαλα, διότι η απόφασίς μου είναι ακλόνητος, θα σε βαρύνουν δε περισσότερον, αν φανής δειλή.
Φύλαττε το παιδί μας και όλην την αγάπην σου έχε την δι' αυτό? τώρα θα το αγαπάς και θα φροντίζης δι' αυτόν ωσεί ήμουν και εγώ εκεί.

Όποιος πηγαίνει στον πόλεμον δεν αποθνήσκει.
Χαίρε λοιπόν, Έρμα μου, σε φιλώ γλυκά στα χείλη και φίλει μου πολύ, μα πολύ τον υιόν μου. Να μη σου περνούν μαύρες ιδέες, απεναντίας να δείξης γενναιότητα στην νέαν αυτήν δοκιμασίαν που σε βάζω. Εμπορεί να τελειώση ο πόλεμος έως ότου να υπάγω, και τότε εγώ θα έλθω πίσω ικανοποιημένος με τον εαυτόν μου, ότι έπραξα το καθήκον μου...
Αλλά ο Χριστόδουλος Σώζος δεν επέστρεψε ποτέ στην αγαπημένη του οικογένεια. Έπεσε τον Δεκέμβριο του 1912 στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία στην Ήπειρο κατά τη διάρκεια μιας φονικής μάχης. (Ας σημειωθεί εδώ ότι η ηρωική δράση και το τέλος του υπήρξαν αντάξια της οικογενειακής του παράδοσης: ο παππούς του ήταν αγωνιστής του 1821 και ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869).
Το φιλότιμο και το αίσθημα της ντροπής παρουσιάζονται ως κύριο κίνητρο και στην επιστολή του 18χρονου Πέτρου Χατζηαργυρού, από την Πάφο, φοιτητή στην Αθήνα, ο οποίος σκοτώθηκε στην Αετορράχη Ηπείρου. Το γράμμα (13-10-1912) το έστειλε στον αδελφό του, ζητώντας του να το κρατήσει κρυφό από τους γονείς του, για να μη λυπηθούν. ...Δεν πιστεύω να εκπλαγήτε εάν σας γράψω ότι κατετάχθην εις τον στρατόν ως εθελοντής. Δεν ηδυνάμην αγαπητέ αδελφέ, να πράξω αλλέως διότι ήτο αίσχος δι' εμέ να κάθημαι εντός των καφενείων Αθηνών καθ' ην στιγμήν ολόκληρος η αγαπητή πατρίς μας Ελλάς κινητοποιείται κατά του εχθρού της πίστεως και της πατρίδος, και καθ' ην στιγμήν οι Κύπριοι κατετάσσοντο εις τον στρατόν... Από κάποιο προαίσθημα ίσως ή από απλό ρεαλισμό ο Π. Χατζηαργυρού τελειώνει το γράμμα του εξηγώντας στον αδελφό του πως θα βρει τα πράγματά του στην Αθήνα για να τα πάει στην Κύπρο, αν «εν πάση περιπτώσει συμβή τι».
Από την πρώτη γραμμή του μετώπου οι επιστολές των εθελοντών είναι επίσης ενθουσιώδεις, προστίθεται όμως τώρα η αναφορά στις αντίξοες συνθήκες. Και πάλιν θα αναβώ στο σώμα μου, διότι εκεί είναι η ζωή η ευχάριστη. Να πολεμάς μέραις ολόκληραις κατά των απίστων χωρίς να κλης μάτι, χωρίς να τρως, χωρίς να πίνης και όμως να θέλης αυτή τη ζωή. Να κοιμάσαι μηνάδες τώρα στο ύπαιθρο μέσα σε χιόνια, να ακούης να περνούν από πάνω σου σαν τη βροχή οι σφαίρες και όμως να μη μπορής να κάνης δίχως της! Ε! ψυχή μου! αυτή είναι ζωή» (Προκόπης Χατζημιλτής-Γεωργιάδης). Κάποιος άλλος, στιχοπλόκος εθελοντής, ο Κωνσταντίνος Χαρικλέους, καταθέτει κωμικά το πρόβλημά του, τις ψείρες: Μικρές εις το ανάστημα μεγάλες εις την φόραν / με κάμανε τον δυστυχή και ωσάν να έχω ψώραν. / Και εκεί όπου περιπατώ όλο και σσιώ τους ώμους / και νευρικός λογίζομαι απ' τους ανθρώπους όλους.
Καθώς στη διάρκεια του 20ού αιώνα οι εθνικές μας περιπέτειες διαδέχονταν η μια την άλλη, οι Κύπριοι εξακολουθούσαν πάντα να δίνουν το παρόν. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία συγκροτήθηκε κατάλογος εθελοντών, στον οποίο εγγράφηκαν 1.000 περίπου Κύπριοι. Παρά το γεγονός ότι οι βρετανικές αρχές απαγόρευσαν την έξοδό τους από το νησί, πολλοί βρήκαν τον τρόπο και κατάφεραν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Ένας από τους Κύπριους πολεμιστές ήταν και ο Ιωάννης Τσαγγαρίδης, βετεράνος των Βαλκανικών και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έφτασε ως διοικητής αποσπάσματος μέχρι τον Σαγγάριο.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος
Είκοσι περίπου χρόνια μετά, οι αδελφοί της Κύπρου είπαν κι αυτοί το δικό τους ΟΧΙ στον Ιταλό εισβολέα. Αμέσως μόλις έφτασε η είδηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, στην Κύπρο απλώθηκε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Οι ελληνικές σημαίες, απαγορευμένες από το 1931, υψώθηκαν ξανά σε κάθε σημείο του νησιού. Νέοι της Κύπρου κατέκλυσαν το ελληνικό Προξενείο της Λευκωσίας και την Αρχιεπισκοπή, για να στρατευθούν. Έρανοι ξεκίνησαν παντού. Ακόμη και οι πιο φτωχοί συνεισέφεραν ό,τι τους είχε απομείνει. Μόνο η Κερύνεια πρόσφερε την αξία ενός αεροπλάνου.
Υπολογίζεται σε 4.000 οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην ελληνοϊταλική σύρραξη. (Ας σημειωθεί εδώ, ότι άλλες 30.000 Κυπρίων πολέμησαν σε διάφορα άλλα μέτωπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου). Ο ενθουσιασμός τους παρέμεινε αμείωτος σε όλες τις δύσκολες στιγμές του πολέμου. Γράφει, τον Φεβρουάριο του 1941, ο Κύπριος δημοσιογράφος Λ. Ακρίτας: ... Γράφω από τα αλβανικά βουνά, για να στείλω τον χαιρετισμόν και την αγάπην μου. Είμαι κατενθουσιασμένος που μαζί με τις χιλιάδες νέων κάνω το καθήκον μου απέναντι των ανθρώπων. Η ατμόσφαιρα που ζούμε και κινούμεθα είναι αληθινά ηρωική και οι στιγμές αυτές θα μου είναι αξέχαστες γιατί μας αναβαπτίζουν, μας ξαναγεννούν. Η ζωή του μετώπου, παρά τις ταλαιπωρίες που δεν τις καταλαβαίνει κανείς, ούτε κι ενδιαφέρεται γι' αυτές, προσφέρει αφάνταστες συγκινήσεις. Σε κάμνει μέσα στο μεθύσι της μάχης να ξεχνάς τα πάντα. Μονάχα ύστερα από την ώρα που αρχίζει να νυχτώνη όλοι μας θυμόμαστε τα σπίτια μας και κουβεντιάζομε μαζί τους. Μια τέτοια ώρα σας φέρνω με τη σειρά όλους στη σκέψη μου και είναι σαν να μην βρίσκωμαι μακρυά σας. Με πλημμυρίζει η υπερηφάνεια ότι σαν Κύπριος κάνω αυτή τη στιγμή δυο φορές το καθήκον μου.
Αλλά και οι Κύπριοι που ζούσαν στην Ελλάδα εκδήλωσαν τη διακαή τους επιθυμία να σταλούν στο πολεμικό μέτωπο, πριν ακόμη ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Από τον Σεπτέμβριο του 1940, όταν οι απροκάλυπτες πια προκλήσεις της Ιταλίας έδειχναν το αναπόφευκτο του πολέμου, Κύπριοι φοιτητές παρουσιάστηκαν στην εδώ Αγγλική Πρεσβεία και γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να καταταγούν στον στρατό. Τον Νοέμβριο συστήθηκε στην Αθήνα ειδική κυπριακή επιτροπή για την αποστολή εθελοντών στον πόλεμο, ενώ τον Δεκέμβριο ορκίστηκαν οι 100 νέοι του Ιερού Λόχου των εν Αθήναις Κυπρίων. Ο ένας μετά τον άλλον, οι Κύπριοι φοιτητές έστελναν στην πατρίδα τους γράμματα με τα οποία ανακοίνωναν την απόφασή τους να πολεμήσουν. Σε κάποιο από αυτό διαβάζουμε:
... Μπροστά στον μεγάλο αγώνα που κάνει τώρα ο Ελληνισμός νομίζω πως κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να μένη αδρανής, αλλά είναι περισσότερον από καθήκον η ανάγκη να ενώσουν όλοι τις δυνάμεις τους, για να υπερασπίσουν την τιμήν και την ελευθερίαν της Ελλάδος μας. Έτσι και εγώ μαζί με άλλους Κυπρίους φοιτητάς και επιστήμονας κατετάχθημεν εθελονταί στον Ελληνικόν Στρατόν και τώρα γυμναζόμαστε, για να μπορέσωμεν μετά δύο μήνες και μεις να προσφέρουμε κάτι θετικόν στην αγαπημένην πατρίδα. Πατέρα, μ' όλο που η απόφαση αυτή είναι λιγάκι σκληρή για σένα, που είσαι μακρυά, θέλω να δικαιώσης τας σκέψεις μου αυτάς με την ιδίαν την δικήν σου αγάπην στην Ελλάδα μας. Στον στρατόν περνώ καλά και είμαι πολύ υπερήφανος που κάνω το καθήκον μου προς την πατρίδα...
Όταν ο ελληνικός στρατός λύγισε υπό το βάρος της γερμανικής επίθεσης, οι Κύπριοι στρατιώτες συνέχισαν την αντίσταση στις ελεύθερες ακόμη περιοχές. Όσοι δεν αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό, πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης και στην Αίγυπτο, ή παρέμειναν στην Ελλάδα και πήραν μέρος στην Αντίσταση. Η δε Κύπρος έγινε την ίδια εποχή το καταφύγιο χιλιάδων Ελλαδιτών προσφύγων και Άγγλων στρατιωτών.
Υπάρχουν κυπριακές οικογένειες που δόθηκαν από γενιά σε γενιά στους αγώνες του Ελληνισμού. Είδαμε παραπάνω την οικογένεια Σώζου και τη συμμετοχή παππού, πατέρα και γιου στην Επανάσταση του 1821, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στους Βαλκανικούς Πολέμους αντίστοιχα. Άλλη μια οικογένεια, που αποτελεί απτό παράδειγμα της αδιάλειπτης παρουσίας των Κυπρίων στους μεγάλους αγώνες του Έθνους, είναι η οικογένεια Γεωργιάδη. Ο πατέρας, Προκόπης, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους (παραθέσαμε παραπάνω επιστολή του από το μέτωπο). Τιμήθηκε μάλιστα με τον βαθμό του λοχία, επειδή κατά τη νυκτερινή σκοπιά του προειδοποίησε έγκαιρα για εχθρική προσέγγιση. Κατά τη δημόσια απονομή του τίτλου ο αξιωματικός τόνισε ιδιαίτερα «ότι οι Κύπριοι εκπληρούσι πιστά τα καθήκοντά των».
Ο Προκόπης Γεωργιάδης πολέμησε εθελοντικά και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση (από το 1943 ζούσε με την οικογένειά του στην Αθήνα). Δυστυχώς, ο θάνατος υπήρξε οικτρός για μια τόσο τιμημένη ζωή. Τραυματίστηκε από σφαίρα στα Δεκεμβριανά και πέθανε στις αρχές του 1945 από γάγγραινα, αφού πρώτα είχε ακρωτηριαστεί το πόδι του.
Οι δυο γιοι του είχαν επίσης τραγικό τέλος. Ο Ροδίων, αμέσως μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, πολέμησε εθελοντικά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Συνελήφθη, όμως, από τους Γερμανούς, κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας και κατόπιν του Βρανδεμβούργου, όπου και πέθανε ή θανατώθηκε τον Οκτώβριο του 1944 σε ηλικία 27 ετών. Την ίδια δράση και το ίδιο τέλος είχε και ο μικρότερος αδελφός του Μιλτιάδης, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η αδελφή τους, Ευανθία, επέδειξε επίσης πατριωτισμό και αντιστασιακή δράση. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έσωσε από τα χέρια των Γερμανών πάνω από 60 Άγγλους στρατιώτες, πράξη για την οποία παρασημοφορήθηκε από τη σύμμαχο χώρα. Ο φιλάσθενος, όμως, οργανισμός της την πρόδωσε λίγο μετά την Απελευθέρωση, επιβαρημένος από τις κακουχίες της Κατοχής και τη θλίψη για τον θάνατο του πατέρα και την εξαφάνιση των δύο αδελφών.
Οι τραγικές στιγμές του ελληνισμού ακολούθησαν την οικογένεια ακόμη και μετά θάνατον. Η χαροκαμένη μάνα, Θέκλα, πέθανε στην Κύπρο και θάφτηκε στην πατρίδα της Κερύνεια. Το 1974, όμως, οι Τούρκοι εισβολείς βεβήλωσαν τον τάφο της, όπως και όλο το κοιμητήριο. Οι στιγμές και τα γεγονότα που περιγράψαμε φαίνονται, υπό το πρίσμα του σήμερα, μακρινά. Δεν είναι μόνο ο χρόνος που δημιουργεί την απόσταση. Είναι και το όραμα της ένωσης Κύπρου και Ελλάδας που τα ενέπνεε, ένα όραμα που πια θεωρείται ανέφικτο. Ωστόσο, οι δυο λαοί μπορεί να χωρίστηκαν με τα σύνορα, αλλά απέδειξαν ότι θα συνοδοιπορούν και θα συμπάσχουν σαν ένας. Κι αυτή είναι τελικά μια νίκη, που καμιά ξένη δύναμη δεν μπορεί να ανατρέψει, όπως δεν το κατάφερε χιλιάδες τώρα χρόνια.
Βιβλιογραφία 
1. Μιχαηλίδης Μιχάλης, Κύπρος: αγώνες λευτεριάς, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1992. 
2. Παγκύπριος Σύνδεσμος πολεμιστών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Η συμβολή της Κύπρου εις τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον, Λευκωσία 1975.
3. Παπαπολυβίου Πέτρος, Υπόδουλοι ελευθερωταί αδελφών αλυτρώτων, εκδ. Κ.Ε.Π., Λευκωσία 1999. 
4. Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Η Κύπρος εις τον αγώνα του 1821, εκδ. Ενώσεως Κυπρίων Ελλάδος, Αθήνα 1971.
http://www.istoria.gr/mar04/content04.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια: